Η υπέρταση είναι μια νόσος που μπορεί να οφείλεται σε πολλές διαφορετικές αιτίες. Παλαιότερα, το 95% των περιπτώσεων υπέρτασης ήταν ιδιοπαθές, δεν γνωρίζαμε δηλαδή ποια είναι η αιτία. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Γνωρίζουμε την αιτία σε πολλές περιπτώσεις, με ένα μεγάλο ποσοστό πάνω από το 20% να έχουν ενδοκρινολογική/ορμονολογική αιτιολογία.
Οι πιο συχνές αιτίες ενδοκρινούς υπέρτασης οφείλονται σε νόσους των επινεφριδίων
Τα επινεφρίδια είναι δύο μικροί αδένες σε σχήμα πυραμίδας που βρίσκονται πάνω από τους νεφρούς, στο πίσω μέρος της κοιλιάς. Παράγουν 4 διαφορετικές κατηγορίες ορμονών με πολλαπλές λειτουργίες:
- Αλδοστερόνη. Αυτή η ορμόνη βοηθάει στην ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και στην ποσότητα του νατρίου (αλατιού) στο αίμα.
- Κορτιζόλη. Αυτή είναι η λεγόμενη ορμόνη του στρες. Βοηθάει επίσης στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα.
- Ανδρογόνα. Αυτές είναι μια ομάδα ορμονών οι οποίες παίζουν μάλλον ρόλο στη σεξουαλική υγεία
- Επινεφρίνη (αδρεναλίνη) και νορεπινεφρίνη (νοραδρεναλίνη). Αυτές είναι ορμόνες που βοηθούν στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του στρες
Οι πιο συχνές αιτίες ενδοκρινούς υπέρτασης είναι:
- Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερινισμός, η παθολογικά αυξημένη παραγωγή της ορμόνης αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια (νόσος Conn). Αυτή είναι με διαφορά η πιο συνηθισμένη αιτία ενδοκρινούς υπέρτασης και προκαλεί ως και 20% όλων των περιπτώσεων υπέρτασης.
- To σύνδρομο Cushing, η παθολογικά αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.
- Φαιοχρωμοκύττομα: ένας όγκος των επινεφριδίων που παράγει επινεφρίνη ή/και νορεπινεφρίνη. Αυτοί οι όγκοι είναι σχετικά σπάνιοι.
ΠΡΩΤΟΠΑΘΗΣ ΥΠΕΡΑΛΔΟΣΤΕΡΙΝΙΣΜΟΣ
Η νόσος αυτή οφείλεται στη παθολογικά αυξημένη παραγωγή αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια. Η αλδοστερόνη είναι η ορμόνη που ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση αλλά και την ποσότητα του νατρίου (αλατιού) στο αίμα. Όταν παράγεται σε παθολογικά μεγάλες ποσότητες, προκαλεί βλάβες σε πολλά μέρη του σώματος, όπως η καρδία, οι νεφροί και τ’ αγγεία. Αυξάνει δε την αρτηριακή πίεση σε παθολογικά επίπεδα, προκαλεί δηλαδή υπέρταση, η οποία δεν ανταποκρίνεται καλά στις συνηθισμένες φαρμακευτικές αγωγές. Επίσης, αυξάνει το κίνδυνο επιπλοκών όπως εμφράγματα μυοκαρδίου, εγκεφαλικά επεισόδια και νεφρική ανεπάρκεια. Αυτό που είναι πάρα πολύ σημαντικό εδώ και πρέπει να τονιστεί είναι ότι η αντιμετώπιση μόνο της υπέρτασης που προκαλεί αυτή η νόσος με αντι-υπερτασικά φάρμακα αλλά χωρίς την αντιμετώπιση της παθολογικά αυξημένης αλδοστερόνης ΔΕΝ μειώνει τον κίνδυνο των παραπάνω επιπλοκών. Είναι απαραίτητη η αντιμετώπιση και των δύο για να μειωθεί σημαντικά αυτός ο κίνδυνος.
O πρωτοπαθής υπεραλδοστερινισμός μπορεί να προέρχεται είτε από πρόβλημα που υπάρχει και στα δύο επινεφρίδια (περίπου τα δύο τρίτα των περιπτώσεων) ή από πρόβλημα στο ένα μόνο επινεφρίδιο (περίπου το ένα τρίτο των περιπτώσεων). Ο διαχωρισμός των δύο αυτών περιπτώσεων είναι εξαιρετικά σημαντικός γιατί η αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Αν το πρόβλημα αφορά και τα δύο επινεφρίδια, η θεραπεία είναι φαρμακευτική, με μια κατηγορία φαρμάκων που λέγονται αναστολείς των υποδοχέων των αλατοκορτικοϊδών. Αν το πρόβλημα αφορά το ένα επινεφρίδιο, τότε η ιδανική λύση είναι η χειρουργική αφαίρεση αυτού του επινεφριδίου.
Το πρώτο βήμα είναι να γίνει η σωστή διάγνωση, κάτι που απαιτεί μια σειρά εξειδικευμένων εξετάσεων με τη βοήθεια ενός ειδικού ενδοκρινολόγου με εμπειρία στη συγκεκριμένη νόσο.
Αυτές οι εξετάσεις συμπεριλαμβάνουν απλές εξετάσεις αίματος, αλλά και τα λεγόμενα δυναμικά τεστ, όπως η δοκιμασία φόρτωσης με αλάτι. Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές αυτής της δοκιμασίας, η επιλογή γίνεται από τον ειδικό μαζί με τον/ην ασθενή ανάλογα την κάθε περίπτωση.
Στη συνέχεια, αν η διάγνωση επιβεβαιωθεί, χρειάζεται τις περισσότερες φορές μια πολύ εξειδικευμένη εξέταση επεμβατικής ακτινολογίας που λέγεται καθετηριασμός επινεφριδιακών φλεβών. Αυτή η εξέταση είναι πολύ εξειδικευμένη και δυστυχώς είναι διαθέσιμη σε ελάχιστα κέντρα στην Ελλάδα. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να γίνει, τότε ο υπεραλδοστερινισμός αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά.
Ανεξάρτητα από το ποια αγωγή θα πάρει ο/η ασθενής, χρειάζεται μακροχρόνια παρακολούθηση γιατί είναι συχνές οι αποκλείσεις από τους επιθυμητούς στόχους και χρειάζεται προσαρμογή της αγωγής.
Τέλος, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι μαζί με όποια αγωγή δώσουμε, είναι απολύτως απαραίτητη η μείωση κατανάλωσης αλατιού, οινοπνεύματος αλλά και η ένταξη της σωματικής άσκησης στη ζωή μας. Πρέπει επίσης να φροντίζουμε και για τη διατήρηση τους βάρους μας σε όσο κοντά στο φυσιολογικό μπορούμε.
ΣΥΝΔΡΟΜΟ CUSHING
Το σύνδρομο Cushing οφείλεται στην παθολογικά αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια. Τα αίτια εδώ μπορεί να είναι πολλά. Το πρόβλημα μπορεί να οφείλεται στην υπόφυση, τον αδένα στον εγκέφαλό μας οποίος ρυθμίζει την παραγωγή κορτιζόλης στα επινεφρίδια με τη βοήθεια της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης (ACTH: Adrenocorticotropic Hormone). Όταν η υπόφυση παράγει παθολογικά αυξημένες ποσότητες της ACTH, αυτό οδηγεί στην παθολογικά αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.
Πολλές φορές όμως, το πρόβλημα βρίσκεται στα ίδια τα επινεφρίδια, τα οποία παράγουν παθολογικά αυξημένες ποσότητες κορτιζόλης από μόνα τους. Όπως και στον υπεραλδοστερινισμό παραπάνω, αυτό μπορεί να οφείλεται σε πρόβλημα μόνο σε ένα ή και στα δύο επινεφρίδια.
Η παθολογικά αυξημένη κορτιζόλη προκαλεί αύξηση του βάρους, μυϊκή αδυναμία και κατάθλιψη, πανσεληνοειδές πρόσωπο (moon facies), buffalo Hump (λίπος στην βάση του αυχένα), ερυθρές ραγάδες, εύκολες εκχυμώσεις, ακμή, υπερτρίχωση, δυσκολία επούλωσης πληγών, υπογονιμότητα.
Μπορεί επίσης να είναι η αιτία για υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωση και αυξημένη χοληστερίνη.
Αυτή η διάγνωση είναι εξαιρετικά δύσκολη να γίνει και απαιτεί πολλές εξειδικευμένες εξετάσεις από έναν ειδικό ενδοκρινολόγο με μεγάλη εμπειρία σε τέτοια προβλήματα. Χρειάζεται δε πολύ συχνά μια εξειδικευμένη ομάδα ιατρών όπως ενδοκρινολόγος, ακτινολόγος και ειδικός χειρουργός ενδοκρινών αδένων για τη σωστή αντιμετώπιση.
ΦΑΙΟΧΡΩΜΟΚΥΤΤΟΜΑ/ΠΑΡΑΓΑΓΓΛΙΩΜΑ
Αυτοί είναι όγκοι που μπορεί να εμφανιστούν είτε στα επινεφρίδια (όπου ονομάζονται φαιοχρωμοκυττόματα) είτε κατά μήκος των νεύρων του μέρους νευρικού συστήματος που ονομάζεται αυτόνομο νευρικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί να εμφανιστούν σχεδόν οπουδήποτε στο σώμα, από τη βάση του κρανίου, το λαιμό, το θώρακα, την κοιλιά ή και τη λεκάνη. Σε αυτήν την περίπτωση, οι όγκοι αυτοί ονομάζονται παραγαγγλιώματα. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας πρόσφατα πρότεινε την κατάργηση του όρου «φαιοχρωμοκύττομα» και την αντικατάστασή του με τον όρο «επινεφριδιακό παραγαγγλίωμα».
Οι όγκοι αυτοί είναι τις περισσότερες φορές καλοήθεις αλλά μπορεί να εμφανιστούν παράλληλα σε πολλά σημεία του σώματος. Η διάγνωση καρκίνου από τέτοιους όγκους μπορεί να γίνει μόνο αν βρεθούν σε μέρη του σώματος όπου δεν περιμένουμε να εμφανιστούν γιατί δεν υπάρχουν νεύρα, όπως οι λεμφαδένες ή το συκώτι.
Η διάγνωσή τους γίνεται μ’ εξειδικευμένες εξετάσεις αίματος, ούρων αλλά και απεικονιστικές εξετάσεις (αξονική, μαγνητική ή ειδικές PET-CT).
Αυτοί οι όγκοι παράγουν συχνά, αλλά όχι πάντα ορμόνες όπως η επινεφρίνη (αδρεναλίνη) και η νορεπινεφρίνη (νοραδρεναλίνη). Αυτές μπορεί να προκαλέσουν είτε χρόνια υπέρταση είτε επεισοδιακή υπέρταση που μπορεί να είναι πάρα πολύ σοβαρή και να δώσει επιπλοκές όπως ένα εγκεφαλικό ή ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι αυτό το λόγο, πρέπει να γίνεται γρήγορα ο έλεγχος και η αντιμετώπισή τους.
Τις περισσότερες φορές, η καταλληλότερη αντιμετώπιση είναι χειρουργική, η αφαίρεση αυτών των όγκων. Κάποιες φορές όμως, είναι πιο ασφαλές απλά να τους παρακολουθούμε χωρίς χειρουργείο ή να τους αντιμετωπίζουμε με ακτινοβολίες. Αυτό ισχύει συχνά για όγκους στο λαιμό που δεν παράγουν ορμόνες.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε εδώ ότι η κατάλληλη προ-εγχειρητική αγωγή με τα κατάλληλα φάρμακα είναι ΑΠΟΛΥΤΩΣ απαραίτητη, γιατί χωρίς αυτή αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα βαρύτατων επιπλοκών κατά τη διάρκεια του χειρουργείου. Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε ότι η χειρουργική και αναισθησιολογική ομάδα πρέπει έχει μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιων χειρουργείων, γιατί οι επιπλοκές μπορεί να είναι απότομες και πολύ σοβαρές.
Αυτοί οι όγκοι σχετίζονται πιο συχνά απ’ οποιουδήποτε άλλους όγκους με κληρονομικότητα, μπορεί δηλαδή να τους έχουν και άλλα μέλη της οικογένειας. Γι’ αυτό, αν ένας/μια ασθενής έχει έναν τέτοιο όγκο, είναι απαραίτητο να κάνει ειδικές γενετικές εξετάσεις για να δούμε αν έχει ένα από τα λεγόμενα οικογενή σύνδρομα. Αν όντως συμβαίνει κάτι τέτοιο, χρειάζεται διαφορετική παρακολούθηση ο/η ίδιος/α αλλά και έλεγχο οι άμεσοι συγγενείς του (γονείς, αδέλφια, παιδιά).
Κλείστε το ραντεβού σας καλώντας στο τηλ: 2106108003
ΚΕΝΤΡΟ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΥΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, Κηφισίας 58, 4ος όροφος, Μαρούσι, 15125


Δείτε αναλυτικά το βιογραφικό του Ιατρού 